Όλοι έχουμε απόψεις για τον κόσμο γύρω μας: για τις σχέσεις, την ανατροφή των παιδιών, την εργασία, την κοινωνία, την πολιτική, την υγεία και σχεδόν κάθε θέμα που αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας. Το να έχουμε απόψεις είναι φυσιολογικό και απαραίτητο. Μας βοηθούν να οργανώνουμε τις πληροφορίες που δεχόμαστε, να παίρνουμε αποφάσεις και να διαμορφώνουμε μια σχετικά σταθερή εικόνα για τον κόσμο.
Υπάρχουν όμως στιγμές στις οποίες η σχέση μας με μια άποψη γίνεται πολύ πιο έντονη. Κάποιος διαφωνεί μαζί μας και, αντί να αισθανθούμε απλώς ενδιαφέρον ή περιέργεια για το πώς βλέπει εκείνος τα πράγματα, παρατηρούμε ότι εκνευριζόμαστε. Αισθανόμαστε την ανάγκη να απαντήσουμε αμέσως, να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο ή να εντοπίσουμε το λάθος στη συλλογιστική του άλλου. Μερικές φορές η ένταση μιας τέτοιας συζήτησης μπορεί να είναι δυσανάλογη με τη σημασία του ίδιου του θέματος.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να ακούσουμε μια διαφορετική άποψη και ακόμη δυσκολότερο να παραδεχτούμε ότι ίσως χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τη δική μας;
Η απάντηση δεν βρίσκεται πάντοτε στο πόσο καλά έχουμε εξετάσει τα στοιχεία. Ορισμένες φορές κρατάμε μια άποψη τόσο σταθερή επειδή αυτή έχει αρχίσει να συνδέεται με κάτι πολύ περισσότερο από το ίδιο το θέμα. Μπορεί να συνδέεται με τις αξίες μας, την ομάδα στην οποία αισθανόμαστε ότι ανήκουμε, την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ή ακόμη και με το ποιοι πιστεύουμε ότι είμαστε.
Δεν είναι όλες οι απόψεις ίδιες
Αρχικά είναι χρήσιμο να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε μια προσωπική προτίμηση, μια άποψη και έναν ισχυρισμό που μπορεί να ελεγχθεί με βάση συγκεκριμένα στοιχεία. Αν πούμε, για παράδειγμα, «μου αρέσει περισσότερο το καλοκαίρι από τον χειμώνα», περιγράφουμε μια προσωπική προτίμηση. Δεν υπάρχει κάτι που ο άλλος μπορεί να αποδείξει ως σωστό ή λάθος, γιατί μιλάμε για τη δική μας εμπειρία. Αν όμως πούμε «το καλοκαίρι είναι η καλύτερη εποχή του χρόνου», η διατύπωση αλλάζει. Παρουσιάζουμε πλέον μια προσωπική αξιολόγηση σαν να περιγράφει μια αντικειμενική πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος που προτιμά τον χειμώνα δεν έχει απλώς διαφορετικό γούστο από εμάς αλλά, μέσα σε αυτή τη λογική, φαίνεται να «κάνει λάθος». Υπάρχουν, τέλος, ισχυρισμοί που μπορούν να εξεταστούν μέσα από δεδομένα. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να αναρωτηθούμε ποια στοιχεία υποστηρίζουν έναν ισχυρισμό, ποια τον αμφισβητούν και τι θα χρειαζόταν να μάθουμε για να καταλήξουμε σε ασφαλέστερο συμπέρασμα.
Στην καθημερινή ζωή, όμως, αυτές οι κατηγορίες συχνά μπερδεύονται. Μια προσωπική προτίμηση μπορεί να παρουσιάζεται σαν αντικειμενική αλήθεια, ενώ μια πεποίθηση που έχουμε αποκτήσει εδώ και χρόνια μπορεί να θεωρείται δεδομένη χωρίς να έχουμε αναρωτηθεί πρόσφατα σε ποια στοιχεία στηρίζεται. Αυτό από μόνο του δεν είναι παράξενο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μια διαφορετική άποψη προκαλεί μέσα μας μια πολύ έντονη ανάγκη να υπερασπιστούμε τη δική μας.
Οι απόψεις μας δεν αφορούν μόνο αυτά που πιστεύουμε
Συχνά θεωρούμε ότι σχηματίζουμε τις απόψεις μας με έναν σχετικά απλό τρόπο: λαμβάνουμε πληροφορίες, τις αξιολογούμε και καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία είναι περισσότερο σύνθετη. Οι πεποιθήσεις και οι στάσεις μας μπορεί να εξυπηρετούν διαφορετικές ψυχολογικές λειτουργίες. Μπορούν να εκφράζουν τις αξίες μας, να μας βοηθούν να αισθανόμαστε ότι ανήκουμε σε μια ομάδα, να οργανώνουν έναν πολύπλοκο κόσμο και να υποστηρίζουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Για παράδειγμα, μια συγκεκριμένη άποψη μπορεί να συνδέεται μέσα μας με το ότι θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο, ενημερωμένο, λογικό, ανεξάρτητο ή συμπονετικό. Όταν συμβαίνει αυτό, η άποψη δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το αντικείμενο της συζήτησης. Έχει αρχίσει να αποτελεί μέρος της προσωπικής μας ταυτότητας.
Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί ορισμένες συζητήσεις αποκτούν τόσο μεγάλη συναισθηματική ένταση. Αν μια άποψη είναι απλώς μια ιδέα που έχω, μπορώ ενδεχομένως να την εξετάσω και να την αλλάξω. Αν όμως η άποψη έχει γίνει μέρος του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου, η αμφισβήτησή της μπορεί να βιώνεται σαν αμφισβήτηση του ίδιου μου του εαυτού.
Όταν η άποψη γίνεται μέρος της ταυτότητάς μας
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του ιδιαίτερα ενημερωμένο και ορθολογικό. Έχει διαμορφώσει μια ισχυρή άποψη για ένα θέμα και την υποστηρίζει εδώ και χρόνια. Αν κάποια στιγμή βρεθεί αντιμέτωπος με στοιχεία που αμφισβητούν τη θέση του, θεωρητικά θα μπορούσε απλώς να εξετάσει τις νέες πληροφορίες και, αν χρειάζεται, να αναθεωρήσει. Στην πράξη όμως αυτό μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολο. Η αλλαγή της άποψης μπορεί να δημιουργήσει ερωτήματα όπως «πώς δεν το είχα καταλάβει τόσο καιρό;», «μήπως δεν είμαι τόσο καλά ενημερωμένος όσο νόμιζα;» ή «τι σημαίνει αυτό για όλες τις φορές που υποστήριξα αυτή τη θέση;».
Με άλλα λόγια, η αναθεώρηση δεν έχει μόνο γνωστικό κόστος, αλλά μπορεί να έχει και συναισθηματικό. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν μια άποψη συνδέεται με την ηθική μας ταυτότητα. Αν πιστεύουμε ότι μια συγκεκριμένη θέση αποδεικνύει ότι είμαστε καλοί, δίκαιοι ή υπεύθυνοι άνθρωποι, τότε κάποιος που αμφισβητεί αυτή τη θέση μπορεί να φαίνεται ότι αμφισβητεί ταυτόχρονα και τον χαρακτήρα μας. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπερασπιζόμαστε μόνο μια ιδέα. Υπερασπιζόμαστε την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας.
Η ανάγκη να ανήκουμε επηρεάζει και αυτά που πιστεύουμε
Οι απόψεις μας δεν διαμορφώνονται σε κοινωνικό κενό. Όλοι ανήκουμε σε οικογένειες, παρέες, επαγγελματικές ομάδες, κοινωνικές κοινότητες και ευρύτερα σύνολα ανθρώπων με τα οποία μοιραζόμαστε ορισμένες αξίες και πεποιθήσεις. Η αίσθηση του ανήκειν είναι σημαντική για τον άνθρωπο και αυτό μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε απέναντι σε διάφορα ζητήματα. Ορισμένες απόψεις δεν δηλώνουν μόνο «αυτό πιστεύω», αλλά ταυτόχρονα επικοινωνούν και «με αυτούς τους ανθρώπους ταυτίζομαι».
Όταν μια πεποίθηση είναι στενά συνδεδεμένη με μια ομάδα που έχει σημασία για εμάς, η αλλαγή γνώμης μπορεί να γίνει ακόμη δυσκολότερη. Μπορεί να αισθανόμαστε ότι δεν αλλάζουμε απλώς άποψη, αλλά ότι απομακρυνόμαστε από τους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συνδεθεί. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ορισμένες συζητήσεις, ιδιαίτερα γύρω από κοινωνικά, ηθικά ή πολιτικά ζητήματα, μπορεί να γίνουν τόσο έντονες. Η διαφωνία δεν αφορά μόνο τα δεδομένα. Μπορεί να αγγίζει την ταυτότητα, τις αξίες και την αίσθηση του ανήκειν.
Γιατί η διαφωνία μπορεί να μοιάζει προσωπική επίθεση;
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πολλές φορές το σώμα μας αντιδρά στη διαφωνία πριν ακόμη προλάβουμε να σκεφτούμε ψύχραιμα τι είπε ο άλλος. Μπορεί να αισθανθούμε ένταση, ταχυκαρδία, σφίξιμο ή εκνευρισμό και να εμφανιστεί σχεδόν αμέσως η ανάγκη να απαντήσουμε.Αυτή η αντίδραση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η άποψή μας είναι σωστή ή λανθασμένη. Μπορεί όμως να αποτελεί μια ένδειξη ότι το συγκεκριμένο θέμα έχει για εμάς μεγαλύτερη συναισθηματική σημασία από όση αντιλαμβανόμαστε αρχικά.
Σε μια τέτοια στιγμή αξίζει να αναρωτηθούμε τι ακριβώς προσπαθούμε να υπερασπιστούμε. Προσπαθούμε να εξετάσουμε αν ένας ισχυρισμός είναι σωστός ή προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι εμείς έχουμε δίκιο; Ακούμε πραγματικά τι λέει ο άλλος ή περιμένουμε απλώς να τελειώσει για να απαντήσουμε; Θα μπορούσαμε να δεχτούμε ένα στοιχείο που έρχεται σε αντίθεση με τη θέση μας ή έχουμε ήδη αποφασίσει ότι οτιδήποτε λέει η άλλη πλευρά είναι λανθασμένο;Η διαφορά ανάμεσα στην περιέργεια και στην άμυνα είναι σημαντική. Όταν είμαστε περίεργοι, θέλουμε να καταλάβουμε. Όταν βρισκόμαστε σε άμυνα, ο βασικός μας στόχος γίνεται να προστατεύσουμε τη θέση μας.
Το ότι πιστεύουμε κάτι έντονα δεν σημαίνει ότι έχουμε περισσότερα στοιχεία
Ένα ακόμη σημείο που συχνά ξεχνάμε είναι ότι η βεβαιότητα με την οποία πιστεύουμε κάτι δεν αποτελεί απόδειξη ότι αυτό είναι σωστό. Μπορούμε να αισθανόμαστε απολύτως βέβαιοι για μια άποψη και παρ’ όλα αυτά να έχουμε ελλιπείς πληροφορίες. Η ένταση της πεποίθησης και η ποιότητα των αποδείξεων είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Αυτό είναι δύσκολο να το αναγνωρίσουμε, επειδή υποκειμενικά η βεβαιότητα μοιάζει πολύ πειστική. Όταν κάτι μας φαίνεται αυτονόητο, μπορεί να δυσκολευόμαστε να φανταστούμε πώς ένας λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Έτσι, αντί να αναρωτηθούμε τι πληροφορίες έχει ο άλλος, μπορεί να αρχίσουμε να κάνουμε υποθέσεις για τον χαρακτήρα ή τα κίνητρά του.Μπορεί να σκεφτούμε ότι είναι αφελής, αδιάφορος, κακοπροαίρετος ή απλώς ανενημέρωτος. Με αυτόν τον τρόπο η συζήτηση απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από το αρχικό θέμα και μετατρέπεται σε σύγκρουση μεταξύ δύο ανθρώπων που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Γιατί αναζητούμε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη πιστεύουμε;
Όταν έχουμε σχηματίσει μια άποψη, είναι φυσικό να παρατηρούμε ευκολότερα πληροφορίες που συμφωνούν με αυτήν. Αντίθετα, οι πληροφορίες που την αμφισβητούν μπορεί να μας δημιουργούν δυσφορία και να τις εξετάζουμε με πολύ αυστηρότερα κριτήρια. Για παράδειγμα, όταν διαβάζουμε κάτι που επιβεβαιώνει αυτό που ήδη πιστεύουμε, μπορεί να το αποδεχτούμε γρήγορα ως αξιόπιστο. Αν όμως διαβάσουμε κάτι που υποστηρίζει την αντίθετη θέση, είναι πιθανότερο να ψάξουμε αμέσως ποιος το έγραψε, ποια είναι τα κίνητρά του και ποια λάθη μπορεί να υπάρχουν στην επιχειρηματολογία του. Το να αξιολογούμε κριτικά τις πληροφορίες είναι φυσικά σημαντικό. Το ερώτημα είναι αν χρησιμοποιούμε τα ίδια κριτήρια και για τις πληροφορίες με τις οποίες συμφωνούμε.
Μια χρήσιμη άσκηση είναι να παρατηρήσουμε πόσο εύκολα αποδεχόμαστε κάτι που μας επιβεβαιώνει και πόσο εύκολα απορρίπτουμε κάτι που μας διαψεύδει. Αυτή η παρατήρηση μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο οι ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις μας επηρεάζουν την επεξεργασία νέων πληροφοριών.
Τι θα σήμαινε για εμένα αν είχα άδικο;
Μία από τις πιο χρήσιμες ερωτήσεις όταν παρατηρούμε ότι υπερασπιζόμαστε μια άποψη με ιδιαίτερη ένταση είναι: «Τι θα σήμαινε για εμένα αν τελικά είχα άδικο;». Αρχικά η απάντηση μπορεί να φαίνεται απλή. Θα σήμαινε απλώς ότι κάναμε λάθος. Αν όμως εξετάσουμε λίγο περισσότερο την αντίδρασή μας, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι το λάθος έχει αποκτήσει μεγαλύτερο νόημα. Ίσως το να έχω άδικο σημαίνει για εμένα ότι δεν είμαι αρκετά έξυπνος ή ενημερωμένος. Ίσως φοβάμαι ότι θα χάσω την εκτίμηση των άλλων. Μπορεί να αισθάνομαι ότι θα εκτεθώ ή ότι θα χρειαστεί να παραδεχτώ πως για μεγάλο χρονικό διάστημα υποστήριζα κάτι που δεν ήταν σωστό. Ίσως, τέλος, η αλλαγή γνώμης να με απομακρύνει από μια ομάδα ή από ανθρώπους των οποίων η αποδοχή είναι σημαντική για εμένα. Όσο περισσότερο μια άποψη έχει συνδεθεί με τέτοιες ανάγκες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να την εξετάσουμε με πραγματική αντικειμενικότητα.
Η αλλαγή γνώμης δεν είναι ένδειξη αδυναμίας
Συχνά αντιμετωπίζουμε την αλλαγή γνώμης σαν ένδειξη ασυνέπειας. Ένας άνθρωπος που αλλάζει θέση μπορεί να θεωρηθεί αναποφάσιστος ή να κατηγορηθεί ότι «δεν ξέρει τι πιστεύει». Υπάρχει όμως και ένας διαφορετικός τρόπος να δούμε την αναθεώρηση. Αν αποκτούμε νέες πληροφορίες και είμαστε πρόθυμοι να προσαρμόσουμε την άποψή μας σε αυτές, η αλλαγή μπορεί να αποτελεί ένδειξη ψυχολογικής ευελιξίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αλλάζουμε γνώμη κάθε φορά που κάποιος διαφωνεί μαζί μας. Ούτε ότι όλες οι απόψεις είναι εξίσου σωστές. Σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε μια σταθερή θέση χωρίς να χρειαζόμαστε την πεποίθηση ότι είναι αδύνατον να κάνουμε λάθος. Ένας άνθρωπος μπορεί να πει «με βάση όσα γνωρίζω αυτή τη στιγμή, αυτή είναι η άποψή μου» και ταυτόχρονα να παραμένει διαθέσιμος να εξετάσει νέα δεδομένα. Αυτή η στάση δεν αποδυναμώνει απαραίτητα την άποψή του. Αντίθετα, δείχνει ότι δεν χρειάζεται να μετατρέψει μια πεποίθηση σε απόλυτη βεβαιότητα για να αισθανθεί ασφαλής.
Πώς μπορούμε να είμαστε πιο διαλλακτικοί με τις απόψεις μας;
Ένας τρόπος είναι να προσέχουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «έτσι είναι τα πράγματα» και στο «έτσι τα βλέπω αυτή τη στιγμή». Η δεύτερη διατύπωση δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε άποψη. Αναγνωρίζει απλώς ότι βλέπουμε το θέμα μέσα από τη δική μας οπτική και με βάση τις πληροφορίες που έχουμε μέχρι σήμερα.
Μπορούμε επίσης να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσε πραγματικά να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη. Αν η απάντηση είναι «τίποτα», τότε ίσως αξίζει να εξετάσουμε αν έχουμε απέναντί μας μια θέση που βασίζεται σε στοιχεία ή μια πεποίθηση που έχει γίνει τόσο σημαντική για την ταυτότητά μας ώστε δεν επιτρέπουμε πλέον να αμφισβητηθεί.
Ένα ακόμη χρήσιμο βήμα είναι να προσπαθούμε να καταλάβουμε τη θέση του άλλου πριν επιχειρήσουμε να την αντικρούσουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε μαζί του. Μπορούμε να κατανοήσουμε πώς ένας άνθρωπος έφτασε σε ένα συμπέρασμα και ταυτόχρονα να εξακολουθούμε να θεωρούμε το συμπέρασμα λανθασμένο.
Η δυνατότητα να ακούμε χωρίς να αισθανόμαστε ότι απειλούμαστε αποτελεί σημαντικό μέρος μιας ουσιαστικής συζήτησης.
Να έχουμε απόψεις χωρίς να γινόμαστε οι απόψεις μας
Ο στόχος δεν είναι να σταματήσουμε να έχουμε ισχυρές πεποιθήσεις ούτε να αντιμετωπίζουμε κάθε ζήτημα σαν να μην υπάρχει σωστό και λάθος. Υπάρχουν θέματα για τα οποία υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα, όπως υπάρχουν και αξίες που ένας άνθρωπος μπορεί δικαιολογημένα να θεωρεί πολύ σημαντικές. Το ζητούμενο είναι να μπορούμε να διακρίνουμε την άποψη από την ταυτότητά μας. Το γεγονός ότι αλλάζω γνώμη για κάτι δεν σημαίνει ότι χάνω τον εαυτό μου. Το γεγονός ότι κάποιος διαφωνεί μαζί μου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι με απορρίπτει ως άνθρωπο. Και το γεγονός ότι έκανα λάθος δεν σημαίνει ότι είμαι λιγότερο έξυπνος, αξιόλογος ή ικανός. Αντίθετα, η δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ένα λάθος και να ενσωματώσουμε νέες πληροφορίες μπορεί να είναι ένδειξη ωριμότητας και όχι αδυναμίας.
Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που μια διαφορετική άποψη μας προκαλέσει έντονο εκνευρισμό, να αξίζει να μην επικεντρωθούμε αμέσως στο πώς θα αποδείξουμε ότι ο άλλος έχει άδικο. Μπορούμε πρώτα να παρατηρήσουμε τη δική μας αντίδραση και να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που αισθανόμαστε ότι απειλείται. Μερικές φορές θα διαπιστώσουμε ότι έχουμε ισχυρά επιχειρήματα και λόγους να διατηρήσουμε τη θέση μας. Άλλες φορές μπορεί να ανακαλύψουμε ότι αυτό που υπερασπιζόμαστε τόσο έντονα δεν είναι μόνο μια ιδέα, αλλά κάτι που έχουμε συνδέσει με την εικόνα μας, τις αξίες μας ή την ανάγκη μας να ανήκουμε κάπου.
Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα επικοινωνήσετε μαζί μου.