Στην εποχή της συνεχούς ροής πληροφοριών, ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με ειδήσεις, αναρτήσεις, βίντεο και απόψεις που διεκδικούν την προσοχή μας και συχνά απαιτούν από εμάς να αποφασίσουμε, σχεδόν αμέσως, αν αυτό που βλέπουμε είναι αληθινό ή όχι. Η διάκριση, όμως, ανάμεσα σε μια αξιόπιστη και μια ανακριβή πληροφορία δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολη όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Η παραπληροφόρηση δεν αφορά μόνο ανθρώπους που «δεν γνωρίζουν αρκετά» ή που δεν διαθέτουν κριτική σκέψη, αντίθετα, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες, θυμόμαστε όσα έχουμε ακούσει και επηρεαζόμαστε από τα συναισθήματα και τις κοινωνικές μας σχέσεις μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να μας κάνει όλους περισσότερο ευάλωτους σε ανακριβείς ισχυρισμούς.
Γιατί είναι δύσκολο να εντοπίσουμε μια ψευδή πληροφορία;
Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια καινούργια πληροφορία, ο νους μας δεν ξεκινά απαραίτητα εξετάζοντας αν αυτή είναι αληθινή ή ψευδής. Αρχικά προσπαθούμε να κατανοήσουμε το περιεχόμενό της, να το συνδέσουμε με όσα ήδη γνωρίζουμε και να αποφασίσουμε τι σημαίνει για εμάς. Η αξιολόγηση της ακρίβειας απαιτεί ένα επιπλέον βήμα: χρειάζεται να εξετάσουμε την πηγή, να αναζητήσουμε πιθανές αντιφάσεις και, αρκετές φορές, να συγκρίνουμε τον ισχυρισμό με άλλες διαθέσιμες πληροφορίες. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, μια ανακριβής πληροφορία που μοιάζει εύλογη ή ταιριάζει με όσα ήδη πιστεύουμε μπορεί να αποθηκευτεί στη μνήμη μας και αργότερα να ανακληθεί χωρίς να θυμόμαστε απαραίτητα από πού προήλθε ή πόσο αξιόπιστη ήταν η αρχική πηγή.
Η πηγή της πληροφορίας έχει σημασία
Η αξιοπιστία που αποδίδουμε σε μια πληροφορία επηρεάζεται σημαντικά και από το πρόσωπο ή την ομάδα που τη μεταφέρει. Οι άνθρωποι τείνουμε να εμπιστευόμαστε περισσότερο πληροφορίες όταν προέρχονται από πηγές που θεωρούμε αξιόπιστες, αλλά και όταν προέρχονται από ανθρώπους με τους οποίους αισθανόμαστε ότι μοιραζόμαστε κοινές αξίες, αντιλήψεις ή μια κοινή κοινωνική ταυτότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η αίσθηση του «ανήκειν» μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τις σχέσεις και τις απόψεις μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε όσα ακούμε. Μια πληροφορία, επομένως, μπορεί να μας φαίνεται περισσότερο πειστική όχι αποκλειστικά λόγω του περιεχομένου της, αλλά και επειδή προέρχεται από κάποιον τον οποίο εμπιστευόμαστε ή αντιλαμβανόμαστε ως μέλος της δικής μας ομάδας.
Ο ρόλος του συναισθήματος
Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει το συναίσθημα που προκαλεί μια πληροφορία. Μηνύματα που μας δημιουργούν έντονο φόβο ή θυμό μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε την αξιοπιστία τους, ιδιαίτερα όταν αντιδρούμε γρήγορα και χωρίς να έχουμε χρόνο να εξετάσουμε περισσότερο το περιεχόμενό τους. Παράλληλα, μπορεί να είμαστε περισσότερο δεκτικοί σε αρνητικές πληροφορίες που αφορούν ανθρώπους ή ομάδες τις οποίες αντιλαμβανόμαστε ως διαφορετικές ή αντίπαλες από τη δική μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφορία που προκαλεί έντονο συναίσθημα είναι ανακριβής, αλλά ότι η συναισθηματική μας αντίδραση αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που αξίζει να λαμβάνουμε υπόψη πριν αποφασίσουμε αν θα πιστέψουμε ή θα κοινοποιήσουμε έναν ισχυρισμό.
Όσο περισσότερο ακούμε κάτι, τόσο πιο αληθινό μπορεί να μας φαίνεται
Ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων ψυχολογικός μηχανισμός που σχετίζεται με την παραπληροφόρηση είναι η επανάληψη. Όταν συναντάμε πολλές φορές τον ίδιο ισχυρισμό, αυτός γίνεται σταδιακά πιο οικείος και η οικειότητα μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η πληροφορία είναι περισσότερο αξιόπιστη. Με άλλα λόγια, το «το έχω ξανακούσει» μπορεί εύκολα να μετατραπεί, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, σε «άρα μάλλον είναι αλήθεια». Το φαινόμενο αυτό είναι σημαντικό στο σημερινό ψηφιακό περιβάλλον, όπου ο ίδιος ισχυρισμός μπορεί να εμφανιστεί επανειλημμένα μέσα από διαφορετικές αναρτήσεις, λογαριασμούς ή πλατφόρμες, δημιουργώντας την αίσθηση ότι επιβεβαιώνεται από πολλές ανεξάρτητες πηγές, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να πρόκειται για την αναπαραγωγή της ίδιας αρχικής πληροφορίας.
Είμαστε όλοι το ίδιο ευάλωτοι;
Η έρευνα δείχνει ότι δεν είμαστε όλοι εξίσου ευάλωτοι στην παραπληροφόρηση και ότι υπάρχουν ατομικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε την ακρίβεια μιας πληροφορίας. Η αναλυτική σκέψη, οι αριθμητικές δεξιότητες και το μορφωτικό επίπεδο έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερη ικανότητα διάκρισης μεταξύ ακριβών και ανακριβών πληροφοριών, ενώ το άγχος έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη πιθανότητα αποδοχής ανακριβών ισχυρισμών. Ωστόσο, αυτές οι συσχετίσεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απόλυτοι κανόνες ούτε να χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίζουμε συγκεκριμένους ανθρώπους ως περισσότερο ή λιγότερο «εύπιστους». Η ευαλωτότητα στην παραπληροφόρηση διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με το θέμα, το πλαίσιο και τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα σχετικά με την ηλικία. Σε ορισμένες μελέτες, οι μεγαλύτεροι ενήλικες φαίνεται να μπορούν να διακρίνουν την παραπληροφόρηση εξίσου καλά ή ακόμη και καλύτερα από νεότερους ενήλικες, ενώ παράλληλα άλλα δεδομένα έχουν δείξει ότι μπορεί να είναι πιθανότερο να συναντήσουν ή να κοινοποιήσουν ψευδείς πληροφορίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή η φαινομενική αντίφαση μάς υπενθυμίζει ότι η ικανότητα αναγνώρισης μιας ανακριβούς πληροφορίας και η πραγματική συμπεριφορά μας στο διαδίκτυο δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πράγμα.
Αν πιστέψουμε κάτι ανακριβές, θα ενεργήσουμε και ανάλογα;
Αυτό αποτελεί ίσως ένα από τα πιο σημαντικά σημεία της σχετικής έρευνας. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος πιστεύει μια ανακριβή πληροφορία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα αλλάξει τη συμπεριφορά του εξαιτίας της, καθώς ανάμεσα σε μια πεποίθηση και σε μια πράξη παρεμβάλλονται πολλοί διαφορετικοί ψυχολογικοί, κοινωνικοί και πρακτικοί παράγοντες. Οι πεποιθήσεις, οι στάσεις, οι προθέσεις και η πραγματική συμπεριφορά αποτελούν διαφορετικές διαστάσεις και δεν υπάρχει πάντοτε μια ευθεία γραμμή που να οδηγεί από τη μία στην άλλη. Για τον λόγο αυτό, όταν συζητάμε για τις συνέπειες της παραπληροφόρησης, είναι σημαντικό να αποφεύγουμε την απλουστευτική υπόθεση ότι κάθε ψευδής πεποίθηση μετατρέπεται αυτομάτως σε αντίστοιχη συμπεριφορά.
Τι μπορούμε να κάνουμε στην καθημερινότητά μας;
Η κατανόηση αυτών των ψυχολογικών μηχανισμών μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πρώτο βήμα για να γίνουμε πιο προσεκτικοί απέναντι στις πληροφορίες που δεχόμαστε καθημερινά. Ιδιαίτερα όταν μια είδηση ή μια ανάρτηση μας προκαλεί έντονο φόβο, θυμό, αγανάκτηση ή, αντίθετα, την ευχάριστη αίσθηση ότι επιβεβαιώνει ακριβώς όσα ήδη πιστεύουμε, μπορεί να είναι χρήσιμο να δημιουργήσουμε μια μικρή απόσταση πριν αντιδράσουμε. Αντί να κοινοποιήσουμε αμέσως το περιεχόμενο, μπορούμε να αναρωτηθούμε ποια είναι η αρχική πηγή, αν θεωρείται αξιόπιστη, αν υπάρχουν ανεξάρτητα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και αν τον θεωρούμε αληθινό επειδή έχουμε δει επαρκείς αποδείξεις ή απλώς επειδή τον έχουμε συναντήσει πολλές φορές.
Η κριτική σκέψη δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να αμφισβητούμε τα πάντα ούτε ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε κάθε πληροφορία με καχυποψία. Σημαίνει περισσότερο ότι μπορούμε να δημιουργούμε έναν μικρό χώρο ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε ή ακούμε και στην άμεση αντίδρασή μας, ώστε να έχουμε χρόνο να εξετάσουμε την πληροφορία πριν την αποδεχτούμε ως δεδομένη. Σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όπου μια ανακριβής πληροφορία μπορεί να διαδοθεί μέσα σε λίγα λεπτά και να φτάσει σε χιλιάδες ανθρώπους πριν προλάβει να ελεγχθεί, αυτή η μικρή παύση για αξιολόγηση μπορεί να έχει ιδιαίτερη αξία.
Τελικά, η μελέτη της παραπληροφόρησης δεν αφορά μόνο το πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια «ψευδή είδηση». Μας βοηθά να κατανοήσουμε κάτι ευρύτερο για την ανθρώπινη ψυχολογία: ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα επηρεάζεται από τη μνήμη μας, τα συναισθήματά μας, τις προηγούμενες πεποιθήσεις μας, τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε και το περιβάλλον μέσα στο οποίο δεχόμαστε μια πληροφορία. Η επίγνωση αυτών των μηχανισμών δεν μας κάνει απρόσβλητους στην παραπληροφόρηση, μπορεί όμως να μας βοηθήσει να γίνουμε περισσότερο συνειδητοί στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε τις πεποιθήσεις μας και επιλέγουμε τι θα μεταδώσουμε στους άλλους.