Μπορεί να έχουν περάσει δέκα, είκοσι ή ακόμη και σαράντα χρόνια από τότε που τελειώσαμε το σχολείο και παρ’ όλα αυτά ορισμένες στιγμές από εκείνη την περίοδο να παραμένουν εκπληκτικά ζωντανές. Ένας άνθρωπος που μας απέρριψε, μια παρέα στην οποία θέλαμε απεγνωσμένα να ανήκουμε, κάποιος που όλοι θεωρούσαν «δημοφιλή», ένα περιστατικό στο οποίο αισθανθήκαμε ντροπή ή μια φιλία μέσα στην οποία νιώσαμε για πρώτη φορά ότι κάποιος πραγματικά μας καταλαβαίνει μπορεί να παραμένουν στη μνήμη μας πολύ περισσότερο από γεγονότα που συνέβησαν αρκετά αργότερα στη ζωή μας. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν θυμόμαστε απλώς αυτές τις εμπειρίες. Μερικές φορές φαίνεται να συνεχίζουμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, να κοιτάζουμε τις σημερινές μας σχέσεις μέσα από εκείνες. Γιατί, όμως, μια περίοδος που καταλαμβάνει σχετικά λίγα χρόνια της ζωής μας μπορεί να αφήσει ένα τόσο βαθύ αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους;
Η εφηβεία δεν είναι απλώς μια ακόμη περίοδος της ζωής
Για να κατανοήσουμε γιατί τα σχολικά χρόνια μπορούν να παραμένουν τόσο έντονα μέσα μας, χρειάζεται πρώτα να σκεφτούμε τι συμβαίνει κατά την εφηβεία. Πρόκειται για μια περίοδο σημαντικών αλλαγών, κατά την οποία η ταυτότητα βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και η γνώμη των συνομηλίκων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο έφηβος δεν προσπαθεί απλώς να καταλάβει ποιοι είναι οι άλλοι. Προσπαθεί παράλληλα να απαντήσει σε πολύ βασικά ερωτήματα για τον ίδιο του τον εαυτό: Ποιος είμαι; Πού ανήκω; Με συμπαθούν; Είμαι αρκετά ενδιαφέρων; Είμαι ελκυστικός; Γιατί εκείνοι είναι δημοφιλείς κι εγώ όχι; Τι χρειάζεται να αλλάξω για να με αποδεχτούν;
Έτσι, μια κοινωνική εμπειρία στο σχολείο μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη ψυχολογική σημασία από αυτή που θα είχε μια αντίστοιχη εμπειρία αργότερα στη ζωή. Η απόρριψη από μια παρέα δεν βιώνεται απαραίτητα απλώς ως «δεν ταιριάζουμε». Μπορεί να μεταφραστεί εσωτερικά ως «κάτι δεν πάει καλά με εμένα». Αντίστοιχα, η αποδοχή μπορεί να λειτουργήσει σαν μια πολύ ισχυρή επιβεβαίωση ότι αξίζουμε, ότι ανήκουμε και ότι έχουμε μια θέση ανάμεσα στους άλλους.
Γιατί μας απασχολεί τόσο πολύ η δημοτικότητα;
Στην εφηβεία αρχίζουμε να παρατηρούμε με ιδιαίτερη προσοχή ποιος έχει κοινωνική επιρροή, ποιος τραβά την προσοχή, ποιος θεωρείται ελκυστικός ή «κουλ» και ποιος βρίσκεται στο περιθώριο. Δημιουργούνται παρέες, κοινωνικές κατηγορίες και άγραφοι κανόνες που μπορεί να μοιάζουν εξαιρετικά σημαντικοί σε εκείνη την ηλικία.
Εδώ, όμως, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διάκριση. Το να είναι κάποιος δημοφιλής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και πραγματικά αγαπητός. Ένας έφηβος μπορεί να διαθέτει υψηλό κοινωνικό κύρος, να τραβά την προσοχή και να ασκεί επιρροή στους συνομηλίκους του, χωρίς απαραίτητα οι άλλοι να τον συμπαθούν ή να αισθάνονται ασφαλείς μαζί του. Αντίθετα, οι έφηβοι που είναι πραγματικά αγαπητοί στους συνομηλίκους τους τείνουν να χαρακτηρίζονται περισσότερο από στοιχεία όπως η υποστήριξη, η καλοσύνη και η συνεργατικότητα. Αυτή η διάκριση έχει σημασία, γιατί η κοινωνική θέση και η ουσιαστική αποδοχή φαίνεται να συνδέονται με διαφορετικές μελλοντικές διαδρομές. Το να μας αποδέχονται και να μας συμπαθούν οι άλλοι δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να έχουμε κοινωνικό κύρος ή να προκαλούμε τον θαυμασμό τους.
Οι παρέες μάς βοηθούν να καταλάβουμε ποιοι είμαστε
Οι σχολικές παρέες μπορεί να φαίνονται στους ενήλικες επιφανειακές ή υπερβολικά σημαντικές για τους εφήβους, αλλά εξυπηρετούν μια ουσιαστική αναπτυξιακή λειτουργία. Μέσα από αυτές, ο έφηβος δοκιμάζει διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του και προσπαθεί να καταλάβει πού ανήκει. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που ντύνεται, τη μουσική που ακούει ή τις δραστηριότητες με τις οποίες ασχολείται, προσπαθώντας να βρει ανθρώπους με τους οποίους αισθάνεται ότι ταιριάζει. Αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί απαραίτητα επιπολαιότητα. Είναι μέρος της αναζήτησης ταυτότητας. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η ανάγκη για ένταξη γίνεται τόσο έντονη ώστε ο έφηβος αισθάνεται ότι πρέπει να απομακρυνθεί από σημαντικά κομμάτια του εαυτού του για να γίνει αποδεκτός. Ένα παιδί που επανειλημμένα προσπαθεί να αλλάξει για να χωρέσει κάπου και συνεχίζει να βιώνει απόρριψη μπορεί σταδιακά να αρχίσει να σχηματίζει μια πιο σταθερή πεποίθηση ότι «δεν ανήκω πουθενά». Και αυτή η πεποίθηση μπορεί να είναι πολύ δυσκολότερο να αφήσει πίσω του από την ίδια τη σχολική παρέα.
Γιατί η απόρριψη μπορεί να μας ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή;
Οι εμπειρίες της εφηβείας μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία εσωτερικών προσδοκιών για το πώς λειτουργούν οι κοινωνικές σχέσεις. Αν ένας άνθρωπος έχει βιώσει επανειλημμένα απόρριψη ή εκφοβισμό, μπορεί να αρχίσει να περιμένει ότι και οι μελλοντικές κοινωνικές καταστάσεις θα έχουν παρόμοια κατάληξη. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα. Ένα ασαφές σχόλιο ενός συναδέλφου μπορεί να ερμηνευθεί ως απόρριψη. Μια παρέα που γελά στην άλλη άκρη ενός χώρου μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι «σίγουρα γελούν μαζί μου». Ένας φίλος που αργεί να απαντήσει σε ένα μήνυμα μπορεί να ενεργοποιήσει πολύ γρήγορα τη σκέψη «μάλλον δεν θέλει πια να κάνει παρέα μαζί μου». Το ενδιαφέρον είναι ότι οι σημερινές καταστάσεις μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες του σχολείου. Παρ’ όλα αυτά, ο νους μπορεί να χρησιμοποιεί προηγούμενες κοινωνικές εμπειρίες ως ένα είδος χάρτη μέσα από τον οποίο προσπαθεί να ερμηνεύσει αυτό που συμβαίνει τώρα.
Τι συμβαίνει στα «δημοφιλή παιδιά» όταν μεγαλώσουν;
Υπάρχει συχνά η αντίληψη ότι οι δημοφιλείς έφηβοι έχουν αποκτήσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα που θα τους ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή. Η πραγματικότητα φαίνεται να είναι πιο σύνθετη. Έρευνες έχουν εξετάσει ιδιαίτερα εφήβους που επιδιώκουν κοινωνικό κύρος μέσα από συμπεριφορές που μοιάζουν περισσότερο «ενήλικες», όπως η πολύ πρώιμη εμπλοκή με αλκοόλ, ουσίες ή έντονες ερωτικές σχέσεις. Αυτές οι συμπεριφορές μπορεί προσωρινά να αυξήσουν το κοινωνικό κύρος ενός εφήβου, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι λειτουργούν προστατευτικά για τη μετέπειτα ανάπτυξή του.
Αντίθετα, η πραγματική αποδοχή από τους συνομηλίκους και η ικανότητα δημιουργίας ουσιαστικών σχέσεων φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία μακροπρόθεσμα από το αν κάποιος βρισκόταν στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας του σχολείου. Με άλλα λόγια, το σημαντικό ίσως δεν ήταν τελικά αν ήμασταν «κουλ». Ήταν αν υπήρχαν άνθρωποι με τους οποίους μπορούσαμε να αισθανόμαστε ασφαλείς, αποδεκτοί και ο εαυτός μας.
Μερικές φορές ένας ή δύο άνθρωποι είναι αρκετοί
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για παιδιά και εφήβους που δεν αισθάνονται δημοφιλείς. Δεν χρειάζεται ένας έφηβος να είναι αποδεκτός από ολόκληρη την τάξη ή να ανήκει στη δημοφιλέστερη παρέα για να έχει μια θετική κοινωνική εμπειρία. Ακόμη και μία ή δύο στενές και ποιοτικές φιλίες μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά. Το να υπάρχει κάποιος που μας καταλαβαίνει, που χαίρεται όταν μας βλέπει και μπροστά στον οποίο δεν αισθανόμαστε ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουμε την αξία μας μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τον αριθμό των ανθρώπων που γνωρίζουν το όνομά μας. Αυτό είναι ένα σημαντικό μήνυμα και για τους γονείς. Ένα παιδί δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνει περισσότερο δημοφιλές. Χρειάζεται να έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει σχέσεις μέσα στις οποίες αισθάνεται αποδοχή και ασφάλεια.
Η κοινωνική απόρριψη μπορεί να πληγώσει
Οι δύσκολες κοινωνικές εμπειρίες της εφηβείας μπορούν να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες. Η επαναλαμβανόμενη απόρριψη μπορεί να επηρεάσει την αυτοεικόνα, να ενισχύσει την κοινωνική ανασφάλεια και να κάνει έναν άνθρωπο περισσότερο επιφυλακτικό απέναντι στις σχέσεις. Αυτό, όμως, δεν είναι η μοναδική πιθανή εξέλιξη. Άνθρωποι που έχουν βιώσει κοινωνική απόρριψη μπορεί επίσης να αναπτύξουν ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στα συναισθήματα των άλλων, να αντιλαμβάνονται ευκολότερα πότε κάποιος μένει στο περιθώριο ή να γίνονται περισσότερο πρόθυμοι να υπερασπιστούν ανθρώπους που υφίστανται αποκλεισμό. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε μια επώδυνη εμπειρία για να αναγνωρίσουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί αργότερα να της δώσει διαφορετικό νόημα. Το γεγονός ότι κάτι μας πλήγωσε δεν σημαίνει ότι πρέπει να μας καθορίζει για πάντα.
Μπορούμε να αλλάξουμε το «σενάριο»;
Ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό σημείο. Οι εμπειρίες του σχολείου μπορούν να μας επηρεάσουν, αλλά δεν αποτελούν ισόβια καταδίκη. Οι κοινωνικές προσδοκίες που δημιουργήθηκαν τότε μπορούν να επανεξεταστούν και να αλλάξουν μέσα από καινούργιες εμπειρίες. Ένας άνθρωπος που έμαθε στην εφηβεία ότι «οι άλλοι τελικά θα με απορρίψουν» μπορεί ως ενήλικας να αρχίσει να παρατηρεί ότι αυτή η προσδοκία δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στην πραγματικότητα. Μπορεί να μάθει να αφήνει λίγο περισσότερο χρόνο πριν ερμηνεύσει μια ασαφή συμπεριφορά ως απόρριψη και να εξετάζει αν υπάρχουν και άλλες πιθανές εξηγήσεις.
Αν ένας συνάδελφος είναι απότομος, ίσως πράγματι είναι θυμωμένος μαζί μας. Μπορεί, όμως, να είχε μια δύσκολη ημέρα. Αν ένας φίλος δεν απαντήσει αμέσως, μπορεί να σημαίνει ότι απομακρύνεται. Μπορεί επίσης απλώς να είναι απασχολημένος.
Η δυνατότητα να δημιουργούμε περισσότερες από μία ερμηνείες για μια κοινωνική κατάσταση είναι σημαντική, γιατί μας επιτρέπει να μην αντιμετωπίζουμε κάθε καινούργια σχέση σαν να γνωρίζουμε ήδη πώς θα τελειώσει.
Δεν είμαστε πια στο σχολείο
Ως ενήλικες έχουμε κάτι που συνήθως δεν είχαμε ως έφηβοι: περισσότερες επιλογές. Στο σχολείο βρισκόμαστε για χρόνια σχεδόν καθημερινά με τους ίδιους ανθρώπους και δεν έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα να απομακρυνθούμε από μια παρέα, μια κοινωνική ιεραρχία ή έναν άνθρωπο που μας πληγώνει. Στην ενήλικη ζωή, παρότι φυσικά εξακολουθούν να υπάρχουν κοινωνικές ομάδες, συγκρούσεις και ανισορροπίες δύναμης, έχουμε συνήθως μεγαλύτερη δυνατότητα να επιλέγουμε ποιους ανθρώπους θα κρατήσουμε κοντά μας και ποιες σχέσεις δεν μας ταιριάζουν.
Μπορούμε επίσης να δημιουργήσουμε διαφορετικές κοινότητες γύρω από διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας. Δεν χρειάζεται πλέον να χωρέσουμε σε μία συγκεκριμένη σχολική παρέα για να αισθανθούμε ότι ανήκουμε κάπου. Και ίσως αυτή είναι μια σημαντική διαφορά που μερικές φορές χρειάζεται να υπενθυμίσουμε στον ενήλικο εαυτό μας: οι κοινωνικοί κανόνες που κάποτε έμοιαζαν απόλυτοι δεν ισχύουν πια με τον ίδιο τρόπο.
Το παιδί που ήμασταν δεν χρειάζεται να αποφασίζει για τον ενήλικα που είμαστε
Μερικές φορές δεν ξεπερνάμε πλήρως τα σχολικά χρόνια επειδή ένα κομμάτι του τρόπου με τον οποίο μάθαμε τότε να βλέπουμε τον εαυτό μας παραμένει ενεργό. Ο ενήλικας μπορεί να έχει δημιουργήσει σχέσεις, να έχει αναπτύξει δεξιότητες, να έχει πετύχει επαγγελματικά και να έχει αλλάξει με αμέτρητους τρόπους, αλλά μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση να αισθανθεί ξαφνικά ξανά σαν τον δεκατετράχρονο που φοβόταν ότι δεν θα τον επιλέξει κανείς. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προχωρήσαμε. Σημαίνει ότι ορισμένες εμπειρίες απέκτησαν μεγάλη συναισθηματική σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ακόμη μαθαίναμε ποιοι είμαστε και πώς λειτουργούν οι σχέσεις. Το σημαντικό είναι ότι αυτά τα πρώιμα κοινωνικά «σενάρια» μπορούν να αλλάξουν. Μπορούμε να αποκτήσουμε νέες εμπειρίες, να δημιουργήσουμε διαφορετικές σχέσεις και να εξετάσουμε ξανά συμπεράσματα για τον εαυτό μας που κάποτε θεωρήσαμε δεδομένα.
Ίσως, λοιπόν, δεν χρειάζεται να «ξεπεράσουμε» το σχολείο με την έννοια ότι πρέπει να ξεχάσουμε όσα συνέβησαν εκεί. Μπορούμε να θυμόμαστε εκείνες τις εμπειρίες χωρίς να τους επιτρέπουμε να αποφασίζουν πώς θα ερμηνεύσουμε κάθε καινούργιο άνθρωπο που συναντάμε.
Γιατί η παρέα στην οποία ανήκαμε στα δεκαπέντε, το αν ήμασταν δημοφιλείς, αόρατοι, διαφορετικοί ή απορριπτέοι μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας. Δεν χρειάζεται, όμως, να αποτελεί και το τέλος της.